Μετάβαση στο περιεχόμενο

perceivable

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός perceivable
συγκριτικός more perceivable
υπερθετικός most perceivable

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
perceivable < perceive + -able

Επίθετο

[επεξεργασία]

perceivable (en)

  • αισθητός, που μπορεί να δει ή να παρατηρήσει
    παράδειγμα  a perceivable fall in temperature - μια αισθητή πτώση της θερμοκρασίας
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη perceptible