pirus
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- pirus < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pirus (la) θηλυκό
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | pirus | pirī |
| γενική | pirī | pirōrum |
| δοτική | pirō | pirīs |
| αιτιατική | pirum | pirōs |
| κλητική | pire | pirī |
| αφαιρετική | pirō | pirīs |
Πηγές
[επεξεργασία]- pirus - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.