piwnica

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική piwnica piwnice
γενική piwnicy piwnic
δοτική piwnicy piwnicom
αιτιατική piwnicę piwnice
οργανική piwnicą piwnicami
τοπική piwnicy piwnicach
κλητική piwnico piwnice

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

piwnica (pl) θηλυκό

  1. το κελάρι