play down
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | play down |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | plays down |
| αόριστος | played down |
| παθητική μετοχή | played down |
| ενεργητική μετοχή | playing down |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]play down (en)