pluck up

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας pluck up
γ΄ ενικό ενεστώτα plucks
αόριστος plucked
παθητική μετοχή plucked
ενεργητική μετοχή plucking

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις pluck και up

Ρήμα[επεξεργασία]

pluck up (en)

  1. αποκόβω τραβώντας
  2. (μεταφορικά) γίνομαι πιο κεφάτος