populus

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

populus (la) αρσενικό

  1. η λεύκα
  2. ο λαός


Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

populus (fi)