Μετάβαση στο περιεχόμενο

powstanie

Από Βικιλεξικό

Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική powstanie powstania
γενική powstania powstań
δοτική powstaniu powstaniom
αιτιατική powstanie powstania
οργανική powstaniem powstaniami
τοπική powstaniu powstaniach
κλητική powstanie powstania

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

powstanie < powstać

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

powstanie (pl) ουδέτερο

  1. η εξέγερση
  2. (γενικότερα) η γέννηση, η ίδρυση, το ξεκίνημα