put back
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | put back |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | puts back |
| αόριστος | put back |
| παθητική μετοχή | put back |
| ενεργητική μετοχή | putting back |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]put back (en)
- βάζω πίσω, βάζω κάτι στη συνηθισμένη του θέση ή στη θέση που βρισκόταν πριν μεταφερθεί
Put it back in its place!
- Βάλ' το πίσω στη θέση του!
- ρίχνω πίσω, αλλάζω κάτι σε μεταγενέστερη ώρα ή ημερομηνία
- βάζω πίσω, κινώ τους δείκτες ενός ρολογιού στη σωστή προηγούμενη ώρα
I put the clock back 1 hour.
- Βάζω πίσω το ρολόι 1 ώρα.
Πηγές
[επεξεργασία]- put back - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 153, 770-771. ISBN 9780194325684., λήμμα: βάζω, ρίχνω