Μετάβαση στο περιεχόμενο

qualify

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας qualify
γ΄ ενικό ενεστώτα qualifies
αόριστος qualified
παθητική μετοχή qualified
ενεργητική μετοχή qualifying

qualify (en)

  1. (μεταβατικό) δίνω προσόντα, πιστοποιώ, παρέχω σε κάποιον τις γνώσεις και ικανότητες για να κάνει κάτι
    παράδειγμα  This training course will qualify you for a better job.
    Αυτό το εκπαιδευτικό πρόγραμμα θα σου δώσει τα απαραίτητα προσόντα για μια καλύτερη δουλειά.
    παράδειγμα  The test qualifies you to drive heavy vehicles.
    Η εξέταση σε πιστοποιεί για την οδήγηση βαρέων οχημάτων.
  2. (αμετάβατο) προκρίνομαι, παίρνω την πρόκριση, φτάνω το απαιτούμενο επίπεδο για να συμμετάσχω σε διαγωνισμό ή αγώνα· νικώ έναν αντίπαλο ώστε να μπω ή να συνεχίσω σε διαγωνισμό ή αγώνα
    παράδειγμα  He failed to qualify.
    Απέτυχε να προκριθεί.
    παράδειγμα  South Korea qualified for the finals when they beat Italy 6–1.
    Η Νότια Κορέα προκρίθηκε στους τελικούς όταν νίκησε την Ιταλία με 6–1.
    παράδειγμα  They qualified for the World Cup.
    Πήραν την πρόκριση για το Παγκόσμιο Κύπελλο.
  3. (μεταβατικό και αμετάβατο) δίνω το δικαίωμα, δικαιούμαι
    παράδειγμα  Living in the area qualifies you for a parking permit.
    Η διαμονή στην περιοχή δίνει το δικαίωμα για άδεια στάθμευσης.
    παράδειγμα  This degree qualifies you to submit an application for a scholarship.
    Το πτυχίο αυτό δίνει το δικαίωμα υποβολής αίτησης για υποτροφία.
    παράδειγμα  If you live in the area, you qualify for a parking permit.
    Αν μένεις στην περιοχή, δικαιούσαι άδεια στάθμευσης.
    παράδειγμα  Do you qualify to vote?
    Διακαιούσαι να ψηφίσεις;
  4. (μεταβατικό και αμετάβατο) θεωρούμαι, χαρακτηρίζω, πληρώ τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για να θεωρηθώ κάτι
    παράδειγμα  Do you think this dress qualifies as evening wear?
    Πιστεύεις ότι αυτό το φόρεμα μπορεί να θεωρηθεί βραδινό;
    παράδειγμα  It’s an old building, but that doesn’t qualify it as an ancient monument.
    Είναι παλιό κτίριο, αλλά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αρχαίο μνημείο.
  5. (μεταβατικό) μετριάζω, προσθέτω κάτι σε μια προηγούμενη δήλωση ώστε να περιορίσω το νόημά της
    παράδειγμα  I want to qualify what I said earlier—I didn’t mean he couldn’t do the job, only that he would need supervision.
    Θέλω να μετριάσω αυτό που είπα νωρίτερα — δεν εννοούσα ότι δεν μπορούσε να κάνει τη δουλειά, μόνο ότι θα χρειαζόταν επίβλεψη.
  6. (μεταβατικό, γραμματική) προσδιορίζω
    παράδειγμα  Adjectives qualify nouns.
    Τα επίθετα προσδιορίζουν ουσιαστικά.
     συνώνυμα: modify