qualify
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | qualify |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | qualifies |
| αόριστος | qualified |
| παθητική μετοχή | qualified |
| ενεργητική μετοχή | qualifying |
Ρήμα
[επεξεργασία]qualify (en)
- (μεταβατικό) δίνω προσόντα, πιστοποιώ, παρέχω σε κάποιον τις γνώσεις και ικανότητες για να κάνει κάτι
This training course will qualify you for a better job.
- Αυτό το εκπαιδευτικό πρόγραμμα θα σου δώσει τα απαραίτητα προσόντα για μια καλύτερη δουλειά.
The test qualifies you to drive heavy vehicles.
- Η εξέταση σε πιστοποιεί για την οδήγηση βαρέων οχημάτων.
- (αμετάβατο) προκρίνομαι, παίρνω την πρόκριση, φτάνω το απαιτούμενο επίπεδο για να συμμετάσχω σε διαγωνισμό ή αγώνα· νικώ έναν αντίπαλο ώστε να μπω ή να συνεχίσω σε διαγωνισμό ή αγώνα
He failed to qualify.
- Απέτυχε να προκριθεί.
South Korea qualified for the finals when they beat Italy 6–1.
- Η Νότια Κορέα προκρίθηκε στους τελικούς όταν νίκησε την Ιταλία με 6–1.
They qualified for the World Cup.
- Πήραν την πρόκριση για το Παγκόσμιο Κύπελλο.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) δίνω το δικαίωμα, δικαιούμαι
Living in the area qualifies you for a parking permit.
- Η διαμονή στην περιοχή δίνει το δικαίωμα για άδεια στάθμευσης.
This degree qualifies you to submit an application for a scholarship.
- Το πτυχίο αυτό δίνει το δικαίωμα υποβολής αίτησης για υποτροφία.
If you live in the area, you qualify for a parking permit.
- Αν μένεις στην περιοχή, δικαιούσαι άδεια στάθμευσης.
Do you qualify to vote?
- Διακαιούσαι να ψηφίσεις;
- (μεταβατικό και αμετάβατο) θεωρούμαι, χαρακτηρίζω, πληρώ τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για να θεωρηθώ κάτι
Do you think this dress qualifies as evening wear?
- Πιστεύεις ότι αυτό το φόρεμα μπορεί να θεωρηθεί βραδινό;
It’s an old building, but that doesn’t qualify it as an ancient monument.
- Είναι παλιό κτίριο, αλλά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αρχαίο μνημείο.
- (μεταβατικό) μετριάζω, προσθέτω κάτι σε μια προηγούμενη δήλωση ώστε να περιορίσω το νόημά της
I want to qualify what I said earlier—I didn’t mean he couldn’t do the job, only that he would need supervision.
- Θέλω να μετριάσω αυτό που είπα νωρίτερα — δεν εννοούσα ότι δεν μπορούσε να κάνει τη δουλειά, μόνο ότι θα χρειαζόταν επίβλεψη.
- (μεταβατικό, γραμματική) προσδιορίζω