rap

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

rap (en)

  1. χτύπημα με κάτι σκληρό
  2. (μη αριθμητό) το φταίξιμο, η ευθύνη για κάτι
    he took the rap - πήρε πάνω του το φταίξιμο (ενώ δεν έφταιγε)
  3. η μουσική ραπ

Ρήμα[επεξεργασία]

rap (en)

  1. χτυπώ
    I heard someone rapping on the door
  2. συλλαμβάνω ή φυλακίζω ή καταδικάζω
  3. χτυπώ (κριτικάρω)
  4. απαγγέλλω ρυθμικά στο ρυθμό της μουσικής ραπ