refute

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

refute < λατινική refuto

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

refute (en)

  1. αρνούμαι, διαψεύδω, αντικρούω, αρνούμαι την ορθότητα ή την αλήθεια μιας άποψης
  2. αποδεικνύω ότι μια άποψη είναι λανθασμένη
  3. απαρνούμαι