refute
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | refute |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | refutes |
| αόριστος | refuted |
| παθητική μετοχή | refuted |
| ενεργητική μετοχή | refuting |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]refute (en)
- αρνούμαι, διαψεύδω, αντικρούω, ανασκευάζω, αρνούμαι την ορθότητα ή την αλήθεια μιας άποψης
- αποδεικνύω ότι μια άποψη είναι λανθασμένη
- απαρνούμαι