restrain

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

restrain (en)

  1. συγκρατώ, κρατώ υπό έλεγχο
    συνώνυμα: control
  2. περιορίζω, συγκρατώ μέσα σε κάποια όρια
    συνώνυμα: restrict, limit
  3. στερώ την ελευθερία