roaring

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

roaring (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος roar

Επίθετο[επεξεργασία]

roaring (en)

  1. πολύ επιτυχημένος, που κάνει ντόρο, πάταγο, επικερδής