ruin

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
ruin ruins

ruin (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας ruin
γ΄ ενικό ενεστώτα ruins
αόριστος ruined
παθητική μετοχή ruined
ενεργητική μετοχή ruining

ruin (en)

  • χαλάω
    This incident ruined my mood.
    Αυτό το περιστατικό μου χάλασε τη διάθεση.