satura

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Vexilloid of the Roman Empire.svg Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

satura < satur

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

satura (la) θηλυκό & satira-ae

  • Είδος της Λατινικής Ποίησης με ποικίλο (satur) αρχικά δραματικό και εν συνεχεία διδακτικό και συνήθως σατιρικό, σκωπτικό ή χλευαστικό περιεχόμενο. Πρωτογράφτηκε από τον Ρωμαίο ποιητή Έννιο και στη συνέχεια από τους Λουκίλιο, Οράτιο, Πέρσιο και Γιουβενάλη. Δεν έχει σχέση με το σατυρικό δράμα.

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική satura saturae
γενική saturae saturārum
δοτική saturae saturīs
αιτιατική saturam saturās
κλητική satura saturae
αφαιρετική saturā saturīs
(α' κλίση)