scoop
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| scoop | scoops |
scoop (en)
- κουτάλι παγωτού που βγάζει μπάλες ή μερίδες
add ice cream (per scoop) - πρόσθετε παγωτό (ανά μπάλα)
- (μη μετρήσιμο, the scoop) το λαβράκι, για ειδήσεις ή νέα, οι πιο πρόσφατες πληροφορίες για κάποιον ή κάτι, ιδίως λεπτομέρειες που δεν είναι γενικά γνωστές
The reporter landed the scoop.
- Ο δημοσιογράφος πέτυχε μια είδηση λαβράκι.
I got the inside scoop on his new girlfriend.
- Πήρα τα καυτά νέα για τη νέα του κοπέλα.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | scoop |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | scoops |
| αόριστος | scooped |
| παθητική μετοχή | scooped |
| ενεργητική μετοχή | scooping |
scoop (en)
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]scoop (fr) αρσενικό
- το λαβράκι