Μετάβαση στο περιεχόμενο

seductive

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός seductive
συγκριτικός more seductive
υπερθετικός most seductive

Επίθετο

[επεξεργασία]

seductive (en)

  1. σαγηνευτικός, -ή, -ό
  2. αποπλανητικός, -ή, -ό
  3. συναρπαστικός, -ή, -ό