σαγηνευτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σαγηνευτικός σαγηνευτική σαγηνευτικό
γενική σαγηνευτικού σαγηνευτικής σαγηνευτικού
αιτιατική σαγηνευτικό σαγηνευτική σαγηνευτικό
κλητική σαγηνευτικέ σαγηνευτική σαγηνευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σαγηνευτικοί σαγηνευτικές σαγηνευτικά
γενική σαγηνευτικών σαγηνευτικών σαγηνευτικών
αιτιατική σαγηνευτικούς σαγηνευτικές σαγηνευτικά
κλητική σαγηνευτικοί σαγηνευτικές σαγηνευτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαγηνευτικός < σαγηνευτής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σαγηνευτικός -ή -ό

σαγηνευτικό χαμόγελο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]