σαγηνευτικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σαγηνευτικός < σαγηνευτής
Επίθετο
[επεξεργασία]σαγηνευτικός -ή -ό
- που σαγηνεύει
- ※ Λείπει τό φόρτε του, ὁ σαγηνευτικός αὐτοσχεδιασμός, αὐτή ἡ γοητεία του τίποτα πού κυριαρχεῖ στό ἄλλο του ἔργο. Γιατί αὐτό εἶναι τό φόρτε τοῦ Παπαδιαμάντη, πού τόν κάνει μοναδικό στά Γράμματά μας (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Άπαντα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, τόμος 1, 1954)