σαγηνεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαγηνεύω < αρχαία ελληνική σαγηνεύω < σαγήνη

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σαγηνεύω

  • θέλγω, γοητεύω, μαγεύω, ξελογιάζω
    • Ο ίδιος χάζευε το όργωμα, τα βόδια ή τ' άλογα που έσερναν πίσω τους το ξύλινο αλέτρι και αυλάκωναν το χώμα· το συγκεκριμένο θέαμα τον σαγήνευε και τον συγκινούσε. (*)
    • Με την ομορφιά της σαγήνεψε τον έρωτα προκαλώντας τη ζηλοτυπία της Αφροδίτης, με την βοήθεια του Ζέφυρου μεταφέρθηκε σε μια ανθισμένη κοιλάδα, όπου σε ένα ονειρικό ανάκτορο συναντούσε κάθε βράδυ τον εραστή της, τον οποίο δεν έπρεπε όμως να δει. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σαγηνεύω < σαγήνη

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

σαγηνεύω

  1. ψαρεύω με σαγήνη
  2. (μεταφορικά) αιχμαλωτίζω, παγιδεύω
  3. (κατ’ επέκταση) διώχνω τους ανθρώπους, ερημώνω