μαγεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγεύω < αρχαία ελληνική

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma.ˈʝɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

μαγεύω, παρατ.: μάγευα, στιγμ. μέλλ.: θα μαγέψω, αόρ.: μάγεψα , παθ.φωνή: μαγεύομαι , μτχ.π.π.: μαγεμένος

  1. κάνω μάγια σε κάποιον (για να τον βλάψω ή να τον θέσω υπό τον έλεγχό μου)
  2. (μεταφορικά) γοητεύω κάποιον με την ομορφιά μου ή με άλλα χαρίσματά μου

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]