γοητεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γοητεύω < ελληνιστική κοινή γοητεύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣɔ.i.ˈtɛ.vɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γοητεύω, παρατ.: γοήτευα, στιγμ. μέλλ.: θα γοητεύσω και γοητέψω, αόρ.: γοήτευσα και γοήτεψα , παθ.φωνή: γοητεύομαι , μτχ.π.π.: γοητευμένος

  1. ελκύω ερωτικά
  2. κατακτώ την ψυχή κάποιου, τον μαγεύω, τον κάνω να προσηλώνεται πάνω μου, τον ενθουσιάζω και του προσφέρω μεγάλη ευχαρίστηση

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας γοητεύω γοητεύομαι
Παρατατικός
Μέλλοντας
Αόριστος (ἐξ)εγοήτευσα ἐγοητεύθην
Παρακείμενος γεγοήτευμαι
Υπερσυντέλικος
Συντελεσμένος Μέλλοντας


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γοητεύω < από τη γενική της λέξης γόης-γόητος ( < γοάω, επειδή έβγαζαν κραυγές με εξορκισμούς)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γοητεύω

  1. ασκώ το επάγγελμα του μάγου, του γόητα
  2. εξαπατώ
  3. κολακεύω

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]