seep

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
seep seeps

seep (en)

  1. η διαρροή
  2. η λιμνούλα που σχηματίζεται από το υγρό που στάζει σιγά σιγά
ενεστώτας seep
γ΄ ενικό ενεστώτα seeps
αόριστος seeped
παθητική μετοχή seeped
ενεργητική μετοχή seeping

seep (en)

  • (αμετάβατο) στάζω σιγά σιγά, εμφανίζω διαρροή, περνάω, ρέω αργά και σε μικρές ποσότητες μέσα από κάτι ή σε κάτι
    Moisture seeped through the walls.
    Οι τοίχοι έσταζαν υγρασία.
    The moisture is seeping through the walls.
    Η υγρασία πέρασε τους τοίχους.