shod

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

shod (en)

  1. παπουτσωμένος, φορώντας παπούτσια
  2. πεταλωμένος
  3. εφοδιασμένος με λάστιχα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

shod (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος shoe