Μετάβαση στο περιεχόμενο

skillfully

Από Βικιλεξικό
παραθετικά
θετικός skillfully
συγκριτικός more skillfully
υπερθετικός most skillfully

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
skillfully < skillful + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

skillfully (en) (αμερικανική γραφή)

  • επιδέξια
      The pianist's fingers ran skillfully over the keys.
    Τα δάχτυλα του πιανίστα έτρεχαν επιδέξια πάνω στα πλήκτρα.

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]