slip-up

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

slip-up (en)

  1. λάθος, ολίσθημα, αμέλεια εντοπισμού λάθους, κάτι που μου ξέφυγε