ολίσθημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ολίσθημα τα ολισθήματα
      γενική του ολισθήματος των ολισθημάτων
    αιτιατική το ολίσθημα τα ολισθήματα
     κλητική ολίσθημα ολισθήματα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ολίσθημα < ολισθαίνω < ὀλισθάνω και ὀλισθαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ολίσθημα ουδέτερο

  • το ανεπίτρεπτο σφάλμα
γλωσσικό ολίσθημα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]