solution

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

solution (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
solution solutions

solution (fr) θηλυκό

  1. (για μια άσκηση ή ένα πρόβλημα) λύση
  2. (στη φυσική ή χημεία) διάλυμα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]