solution

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
solution solutions

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

solution (en)

  1. η λύση
    This is the best solution to our problem.
    Αυτή είναι η καλύτερη λύση στο πρόβλημά μας.
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) το διάλυμα, υγρό στο οποίο διαλύεται κάτι
    a solution of salt - διάλυμα αλατιού
  3. (μη μετρήσιμο) η διάλυση, η πράξη του διαλύω
    the solution of salt in water - η διάλυση του αλατιού στο νερό

Πηγές[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
solution solutions

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

solution (fr) θηλυκό

  1. (για μια άσκηση ή ένα πρόβλημα) η λύση
  2. (στη φυσική ή χημεία) το διάλυμα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]