spurt

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
spurt spurts

spurt (en)

  1. σύντομη εκροή υγρού που αναβλύζει
  2. σύντομη και έντονη προσπάθεια

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας spurt
γ΄ ενικό ενεστώτα spurts
αόριστος spurted
παθητική μετοχή spurted
ενεργητική μετοχή spurting

spurt (en)

  1. αναβλύζω, έχω ραγδαία αύξηση
     συνώνυμα: gush, spring
  2. καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια για μικρό χρονικό διάστημα