stealing
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| stealing | stealings |
stealing (en)
- (μη μετρήσιμο) η κλοπή, η κλεψιά
She is guilty of stealing.
- Είναι ένοχη κλοπής.
If you don’t stop stealing…
- Αν δεν σταματήσεις τις κλεψιές…
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη theft
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]stealing (en)