stealing

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
stealing stealings

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: theft

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

stealing (en)