Μετάβαση στο περιεχόμενο

stock

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]

stock (en)

  1. η αρχική αγορά ενός προϊόντος ή υπηρεσίας
    παράδειγμα  stock cooler - η αρχική ψύκτρα (που συνοδεύει τον επεξεργαστή ενός υπολογιστή)
     αντώνυμα: aftermarket

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
stock stocks

stock (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) το στοκ, το απόθεμα, προμήθεια αγαθών που διατίθεται προς πώληση σε κατάστημα
    παράδειγμα  During the sales, all the stock we had in the store was sold.
    Στις εκπτώσεις πουλήθηκαν όλα τα στοκ που είχαμε στο μαγαζί.
    παράδειγμα  We have a large stock of shoes/shirts etc.
    Έχουμε ένα μεγάλο στοκ από παπούτσια/από πουκάμισα κτλ.
    παράδειγμα  We have a fast turnover of stock.
    Έχουμε γρήγορη ανανέωση αποθέματος.
    παράδειγμα  We are temporarily out of stock.
    Το απόθεμα έχει προσωρινά εξαντληθεί.
    παράδειγμα  That particular model is not currently in stock.
    Αυτό το συγκεκριμένο μοντέλο δεν είναι διαθέσιμο αυτή τη στιγμή.
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) το απόθεμα, προμήθεια κάτι που είναι διαθέσιμο για χρήση
    παράδειγμα  Our oil stock decreased.
    Τα αποθέματα μας σε πετρέλαιο λιγόστεψαν.
  3. (μη μετρήσιμο, οικονομία) η μετοχή, η αξία των μετοχών μιας εταιρείας που έχουν πουληθεί
    παράδειγμα  The company’s stock hit an all-time high of 100 dollars.
    Η μετοχή της εταιρείας έφτασε σε ιστορικό υψηλό των 100 δολαρίων.
  4. (συνήθως πληθυντικός, οικονομία) η μετοχή που έχει αγοράσει κάποιος σε μια εταιρεία
    παράδειγμα  They buy and sell stocks.
    Αγοράζουν και πουλάνε μετοχές.
    παράδειγμα  Do you invest in stocks and bonds?
    Επενδύεις σε μετοχές και ομόλογα;
ενεστώτας stock
γ΄ ενικό ενεστώτα stocks
αόριστος stocked
παθητική μετοχή stocked
ενεργητική μετοχή stocking

stock (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
stock stocks

stock (fr) αρσενικό