strait

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

strait (en)

  1. (αρχαϊκό) στενός, περιορισμένος από άποψη χώρου
  2. (αρχαϊκό) σωστός, αυστηρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

strait (en)

  1. στενό, πορθμός
    the straits of Gibraltar

Δείτε επίσης[επεξεργασία]