strait
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]strait (en)
- (αρχαϊκό) στενός, περιορισμένος από άποψη χώρου
- (αρχαϊκό) σωστός, αυστηρός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| strait | straits |
strait (en)