strip

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
strip strips

strip (en)

  1. η λωρίδα, η λουρίδα, ένα μακρόστενο κομμάτι χαρτί, μέταλλο, ύφασμα , κτλ.
    strips of paper/metal - λουρίδες χαρτί/μετάλλου
  2. η λωρίδα, η λουρίδα, μια μακρόστενη περιοχή γης, θάλασσας κτλ.
    the Gaza Strip - η Λωρίδα της Γάζας
    a narrow strip of garden - μια στενή λουρίδα κήπου
  3. (συνήθως στον ενικό) το στριπτίζ, συντομευμένη εκδοχή της λέξης striptease

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας strip
γ΄ ενικό ενεστώτα strips
αόριστος stripped
παθητική μετοχή stripped
ενεργητική μετοχή stripping

strip (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) βγάζω, αφαιρώ όλα ή τα περισσότερα από τα ρούχα μου ή τα ρούχα κάποιου άλλου
    They stripped him of his clothes.
    Τον έβγαλαν τα ρούχα.
  2. (μεταβατικό) βγάζω, αφαιρώ ένα στρώμα από κάτι, ειδικά για να είναι εντελώς εκτεθειμένο
    I am stripping the bark off of a tree.
    Βγάζω τη φλούδα από ένα δέντρο.

Συγγενικά[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]