synagogue

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

synagogue (en)

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
synagogue synagogues

synagogue (fr) θηλυκό
(ιουδαϊσμός) η συναγωγή, η χάβρα

  1. το κτήριο
  2. (στην αρχαιότητα) η συνοικία
  3. το σύνολο των πιστών, η ίδια η θρησκεία