tl;dr

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Συντομομορφή - Έκφραση[επεξεργασία]

tl;dr (en)

  • too long; didn’t read