trace

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

trace (en)

  1. ίχνος, χνάρι
  2. ίχνος, πολύ μικρή ποσότητα
  3. (μαθηματικά) το άθροισμα των στοιχείων της διαγωνίου ενός τετραγωνικού πίνακα

Ρήμα[επεξεργασία]

trace (en)

  1. ακολουθώ τα ίχνη κάποιου
  2. σχεδιάζω, χαράζω
  3. αντιγράφω ένα σχέδιο πάνω σε διαφανές χαρτί, ξεπατικώνω

Σύνθετα[επεξεργασία]