tren

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βρετονικά (br) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tren (br)



Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tren (es)



Καταλανικά (ca) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tren (ca)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

tren < λατινική threnus < αρχαία ελληνική θρῆνος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

tren 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tren (pl) αρσενικό

  1. (λογοτεχνία) θρήνος, μοιρολόι
  2. (ενδυματολογία) η ουρά



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tren (ro)



Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

tren (tr)

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]