undergo
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | undergo |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | undergoes |
| αόριστος | underwent |
| παθητική μετοχή | undergone |
| ενεργητική μετοχή | undergoing |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]undergo (en)
- υποβάλλομαι σε, υφίσταμαι, περνάω κάτι, ειδικά μια αλλαγή ή κάτι δυσάρεστο
You need to undergo surgery/treatment.
- Πρέπει να υποβληθείτε σε εγχείρηση/θεραπεία.
She has been undergoing cancer treatment for some time.
- Υποβάλλεται σε θεραπεία για καρκίνο εδώ και καιρό.
We underwent a lot of sacrifice/a humiliating setback.
- Υποστήκαμε πολλές θυσίες/δεινός πλήγμα.
We underwent a lot of distress.
- Περάσαμε πολλές στενοχώριες.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη experience
Πηγές
[επεξεργασία]- undergo - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 925. ISBN 9780194325684., λήμμα: υφίσταμαι