Μετάβαση στο περιεχόμενο

unknown

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
unknown < un- + known

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός unknown
συγκριτικός more unknown
υπερθετικός most unknown

unknown (en)

  • άγνωστος
    παράδειγμα  The depth is unknown.
    Το βαθμός είναι άγνωστο.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
unknown unknowns

unknown (en)