Μετάβαση στο περιεχόμενο

unpleasantly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός unpleasantly
συγκριτικός more unpleasantly
υπερθετικός most unpleasantly

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
unpleasantly < unpleasant + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

unpleasantly (en)

  • δυσάρεστα
    παράδειγμα  It unpleasantly surprised me.
    Με ξάφνιασε δυσάρεστα.