Μετάβαση στο περιεχόμενο

worrisome

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός worrisome
συγκριτικός more worrisome
υπερθετικός most worrisome

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
worrisome < worry + -some

Επίθετο

[επεξεργασία]

worrisome (en)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]