yell

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

yell (en)

  1. ουρλιάζω, ωρύομαι, « βάζω τις φωνές »
    he has yelled at him - του έβαλε τις φωνές