Μετάβαση στο περιεχόμενο

ουρλιάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
  1. ουρλιάζω < μεσαιωνική ελληνική οὐριάζω < αρχαία ελληνική ὠρύομαι
  2. ουρλιάζω < ιταλική urlare

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /uɾˈʎa.zo/

ουρλιάζω

  1. (για ζώα) βγάζω μακρόσυρτη, δυνατή κραυγή
    παράδειγμα  ο λύκος ούρλιαξε στο φεγγάρι
     συνώνυμα: σκούζω
  2. φωνάζω δυνατά σαν ζώο
      Αχ, βόγγηξε, γιατί Θεέ μου, γιατί... μονολογούσε κι έκλαιγε ψαύοντας με το πόδι κάθε σκαλί, να το βρει για να πατάει στέρεα κι άρχισε σκαλί με σκαλί να κατεβαίνει όπου ξαφνικά στραβοπάτησε, πήγε μπρος πίσω, ταλαντεύτηκε βρέθηκε μετέωρη. Μάνααα μουουου ... ούρλιαξε, κατρακύλησε (Εύη Μελεάγρου, Πρώτη κατάδυση: ...στον Ωκεάνιο Βυθό, εκδ. Δωδώνη, σελ. 41, 1997)
    παράδειγμα  ουρλιάζω από θυμό
     συνώνυμα: κραυγάζω, σκούζω, ωρύομαι
  3. (μεταφορικά) παράγω ήχο που θυμίζει κραυγή
    παράδειγμα  ο άνεμος ούρλιαζε έξω από το σπίτι
     συνώνυμα: βουίζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]