ουρλιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. ουρλιάζω < μεσαιωνική ελληνική οὐριάζω < αρχαία ελληνική ὠρύομαι
  2. ουρλιάζω < ιταλική urlare

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /uɾ.ˈʎa.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ουρλιάζω

  1. (για ζώα) βγάζω μακρόσυρτη, δυνατή κραυγή
    συνώνυμα: σκούζω
    ο λύκος ούρλιαξε στο φεγγάρι
  2. φωνάζω δυνατά σαν ζώο
    συνώνυμα: κραυγάζω, σκούζω, ωρύομαι
    ουρλιάζω από θυμό
  3. (μεταφορικά) παράγω ήχο που θυμίζει κραυγή
    συνώνυμα: βουίζω
    ο άνεμος ούρλιαζε έξω από το σπίτι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]