éclat
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- éclat < esclat < éclater
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| éclat | éclats |
éclat (fr) αρσενικό
- κομμάτι σπασμένου αντικειμένου
- η βροντή
- (μεταφορικά) ο θόρυβος
- η λάμψη
- (μεταφορικά) η λαμπρότητα