σπασμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σπασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του σπάω
[
]
Μετοχή
σπασμένος -η -ο
- που έχει σπάσει
- σπασμένο τζάμι
- (για πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή) που έχει παραβιαστεί το κλείδωμα το οποίο αποτρέπει τη χρήση ενός προγράμματος από πρόσωπα που δεν το έχουν αποκτήσει νόμιμα