Εωσφόρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | Εωσφόρος | - |
| γενική | Εωσφόρου | - |
| αιτιατική | Εωσφόρο | - |
| κλητική | Εωσφόρε | - |
[
]
Ετυμολογία
- Εωσφόρος < αρχαία ελληνική Ἑωσφόρος < Ἕως, (αυγή) + φέρω
[
]
Κύριο όνομα
Εωσφόρος αρσενικό