διάβολος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διάβολος διάβολοι
γενική διαβόλου διαβόλων
αιτιατική διάβολο διαβόλους
κλητική διάβολε διάβολοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάβολος < αρχαία ελληνική διάβολος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈðja.vɔ.lɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάβολος αρσενικό (και διάολος)

  1. ο Εωσφόρος, αυτός που προσπαθεί να διαβάλλει τον Θεό στους ανθρώπους, το πνεύμα του κακού, ο αρχηγός των δαιμόνων
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος που ασκεί τις ικανότητές του για να πετύχει το κακό
  3. (μεταφορικά) άνθρωπος πανέξυπνος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διάβολος < διαβάλλω < διά + βάλλω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διάβολος, -ον

  1. κακολόγος, συκοφάντης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διάβολος αρσενικό

  1. ο συκοφάντης