άβυσσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

άβυσσος αρχαία ελληνικήἄβυσσος < επίθετο ἄβυσσος < α στερητικό + βυσσός (βυθός)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈa.vi.sɔs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

άβυσσος θηλυκό

  1. μεγάλο και απότομο βάθος σε πηγάδι, λίμνη, θάλασσα
  2. βαθύ χάσμα γης, βάραθρο
  3. απέραντη, αμέτρητη, χαώδης έκταση
  4. (μεταφορικά) το πιο βαθύ σημείο της ψυχής, της καρδιάς

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες