χάος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική χάος
γενική χάους
αιτιατική χάος
κλητική χάος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χάος < αρχαία ελληνική χάος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χάος ουδέτερο μόνο στον ενικό

  1. Χάος, η προσωποποίηση του πρώτου από τα αρχέγονα θεϊκά στοιχεία του Ησίοδου στην Θεογονία. Κατά τους Ορφικούς, το δεύτερο στοιχείο μετά τον Κρόνο
  2. Η κατάσταση πριν από την ύπαρξη του κόσμου, και στη συνέχεια το διάστημα, το κενό, ό αμέτρητος χώρος, το άπειρο, αυτό που δεν συλλαμβάνει το ανθρώπινο μυαλό, το χωρίς τέλος, η άβυσσος, το βάραθρο, το ζοφερό νέφος της ανυπαρξίας, η "Prima Materia" (πρώτη ύλη) των αλχημιστών
    Ordo ab Chao -Tάξη από το Χάος
  3. Η θεωρία του Χάους
    διάγραμμα διακλάδωσης στη θεωρία του χάους
  4. Η ακαταστασία, η ανοργανωσιά
    Εμπαινες στο δωμάτιο του αγοριού και αντίκρυζες το χάος: κάλτσες, σώβρακα, βιβλία στο πάτωμα, άστρωτο κρεβάτι και πάνω του μπουφάν, τετράδια, παιχνίδια, ό,τι μπορούσες να φανταστείς!
  5. Η σύγχυση που μπορεί να οφείλεται σε μεγάλη ποσότητα που είναι σε τάξη, όμως αυτή δεν την αντιλαμβάνεται το υποκείμενο
    Η θεωρία του χάους ή το φαινόμενο της πεταλούδας ερμηνεύει πολλά φαινόμενα με τους νόμους της αιτίας και του αποτελέσματος, αλλά τα θεωρεί συνάμα και απρόβλεπτα
    Μπήκα στην Εθνική Βιβλιοθήκη και τρόμαξα: ήταν τεράστια, εκατοντάδες ράφια και χιλιάδες βιβλία: χάος!
  6. είδος αμοιβάδας
  7. Chaos 19521, αστεροειδής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

---

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χάος < αβέβαιης ετυμ. πιθανόν χάϊος και χαός (στην αρχαιότητα ο αγαθός, ο ανώτερος, ο από πάνω)χαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χάος ουδέτερο (γενική: χάεος και χάους)

  1. το διάστημα, η άμορφη ύλη
  2. η ατμόσφαιρα
  3. το υποχθόνιο σκοτάδι
  4. μεγάλο χάσμα, άβυσσος