έκπαγλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

έκπαγλος < αρχαία ελληνική ἔκπαγλος < *ἔκπλαγλος < εκπλήσσω, απαρ. παθ. αορ. β' ἐκπλαγῆναι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

έκπαγλος, -ος, -ο(ν)

  1. ωραιότατος, εκθαμβωτικός

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • εκπάγλου καλλονής: εξαιρετικής ομορφιάς

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές [επεξεργασία]

J. B. Hofmann, Ετυμολογικόν Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής, 1974, σελ. 86