ένοικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ένοικος ένοικοι
γενική ενοίκου ενοίκων
αιτιατική ένοικο ενοίκους
κλητική ένοικε ένοικοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ένοικος < αρχαία ελληνική ἔνοικος < ἐν + οἶκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ένοικος αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που ζει μέσα σε ένα σπίτι, που κατοικεί σε αυτό, χωρίς το ακίνητο να αποτελεί ιδιοκτησία του. Συνήθως είναι ο μισθωτής ή ενοικιαστής του ακινήτου και το ενοικιάζει για αποκλειστικά δική του χρήση, για διαμονή και όχι για εκμετάλλευση.


32πχ Μεταφράσεις[]